Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011

Μορφές Άρνησης του Στρατού


- Αντιρρησίες Συνείδησης:
Θρησκευτικοί:
Οι αντιρρησίες συνείδησης είναι στην πλειοψηφία τους άνθρωποι που αρνούνται το στρατό για λόγους θρησκευτικής συνείδησης, κατά κύριο λόγο μάρτυρες του Ιεχωβά.
Το δόγμα που πιστεύουν τους υπαγορεύει να μην πιάσουν όπλο στα χέρια τους και για αυτόν το λόγο αρνούνται να υπηρετήσουν το στρατό. Ως μάρτυρες μιας θρησκείας, μίας αλήθειας και μίας πίστης τους προς έναν θεό, αποδέχονται την καταπίεση της θρησκείας που τους υπαγορεύει πως θα ζουν, αποδέχονται την εξουσία και τους περιορισμούς που επιβάλλονται από τον θεό τους και είναι έτοιμοι να σηκώσουν το σταυρό του μαρτυρίου, δηλ. τις στρατιωτικές φυλακές. Πρόκειται για ανθρώπους που αρνούνται τη φυσική ελεύθερη βούλησή τους και στη θέση της τοποθετούν έναν θεό, έναν εφ’ όρου ζωής δυνάστη των ελευθεριών και επιθυμιών τους. Αφήνουν την τύχη τους στα χέρια των καταπιεστών τους μέχρι η «αλήθεια» τους να λάμψει και η καταπίεση που οι ίδιοι υπόκεινται να γίνει σημείο αναφοράς στη ζωή όλων των ανθρώπων.


Εναλλακτική θητεία:
Εκτός από τους θρησκευτικούς αντιρρησίες συνείδησης υπάρχουν κι εκείνοι που αρνούνται την παροχή υπηρεσιών στο στρατό λόγω φιλοσοφικών, ανθρωπιστικών και πολιτικών απόψεων.
Μέσα από τις διαφορετικές τους διαδρομές οι αρνήσεις των αντιρρησιών συνείδησης για στρατιωτική θητεία συναντιούνται στην απέχθεια τους για τους πολέμους και στην κατάδειξη του στρατού ως καταπιεστικού, βίαιου και δολοφονικού μηχανισμού.
Η αντίληψή τους ωστόσο, αφαιρετική σχετικά με το τι ορίζουν ως εμπόλεμη κατάσταση και μονοδιάστατη όσον αφορά τη θεσμική τους ανάλυση, τους προσδένει στο άρμα των διάφορων ειρηνιστικών υστεριών και της μη βίας. Δείχνουν να λησμονούν ότι πόλεμος δεν πραγματοποιείται μόνο στην περίπτωση των ένοπλων διακρατικών διενέξεων, αλλά και σε κάθε στιγμή της καθημερινότητας, στις περιόδους ειρήνης των κυριάρχων (εργατικά «ατυχήματα», βιασμοί, «αυτοκτονίες» μαθητών & φαντάρων, εξοντώσεις αγωνιστών, δολοφονίες μεταναστών στα χερσαία και υδάτινα σύνορα…), ενώ αποστρέφουν το κεφάλι στην οργανική σύνδεση του στρατού με το κράτος και τη λειτουργία που έχει ο πρώτος για λογαριασμό και υπέρ του δεύτερου. Εθελοτυφλώντας έτσι μπροστά σε μια πραγματικότητα οφθαλμοφανή, προτάσσουν την εθελοντική εναλλακτική θητεία σε «κοινωφελείς» οργανισμούς και ιδρύματα. Ένα ψευδοανθρωπιστικό πρόταγμα, αφού οι «κοινωφελείς» οργανισμοί (κυρίως υπαρκτοί μέσα στη φιλοσοφία του κράτους-πρόνοιας) λειτουργούν ως το «ανθρώπινο» προσωπείο της καταπίεσης εξιλεώνοντας στο προσκήνιο αυτό που ή ίδια η κοινωνική συνθήκη γεννά στο παρασκήνιο. Είναι η λογική του να θεραπεύεις τα συμπτώματα δίχως να θεραπεύεις τα αίτια. Την ίδια στιγμή η έννοια του «εθελοντικού» καταρρέει μια και ο ίδιος ο κρατικός μηχανισμός είναι αυτός που προτείνει και τελικά επιβάλλει μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων τους οργανισμούς που θα απασχολήσουν τους αντιρρησίες συνείδησης.
Αμελητέες δεν είναι και οι ωφέλιμες για το κράτος συνέπειες που έχει το μοντέλο της εθελοντικής εναλλακτικής θητείας. Υπό την προϋπόθεση της γενίκευσης μιας τέτοιας συνθήκης (κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει συμβεί και ούτε διαφαίνεται κάτι τέτοιο στο άμεσο μέλλον, δεδομένου του τιμωριτικού χαρακτήρα του μέτρου) και μέσα στη σύγχρονη ταξική γεωγραφία, με την οικονομική κρίση και τη συνεπαγόμενη ύφεση να διογκώνει διαρκώς τα ποσοστά ανεργίας και την ολοένα και μεγαλύτερη συρρίκνωση των αποδοχών των εργαζομένων, οι αντιρρησίες, δυνητικά, έρχονται να παίξουν ένα συγκεκριμένο ρόλο. Βάσει της προσφοράς εργασίας τους θα γίνουν το ανθρώπινο δυναμικό που θα καλύπτει τα κενά θέσεων σε οργανισμούς και ιδρύματα – χωρίς καμία απολύτως διαπραγματευτική δύναμη – αποτελώντας ταυτόχρονα κι έναν εν δυνάμει απεργοσπαστικό μηχανισμό. Ματαιώνοντας δε τη ρήξη με το θεσμό του στρατού, μέσω της προώθησης ενός αγώνα θεσμικού εκσυγχρονισμού, παίζουν το ρόλο του αποσυμπιεστή της οργής ή της αντίστασης προς το στρατό.
Τρελόχαρτο (Ι5):
Η πλειοψηφία εκείνων που αρνούνται να πάνε στο στρατό επιλέγουν το δρόμο του Ι5. Ο δρόμος αυτός θα μπορούσε να θεωρηθεί εύκολος, αν η λογική είναι ότι αρνούμαι το στρατό με όποιο τρόπο μπορώ και με όσο γίνεται λιγότερες συνέπειες.
Υποδυόμενοι, συνήθως, το ρόλο ενός «ψυχασθενή» ή ενός «προβληματικού», οι άνθρωποι που επιλέγουν το δρόμο αυτό ποντάρουν την επιτυχία τους στην ίδια τη δομή του στρατού αφού το Ι5 είναι ένα παραθυράκι που αφήνουν οι ίδιοι οι στρατοκράτορες με σκοπό να λειτουργήσει σαν αποσυμπιεστής ενδεχόμενων κοινωνικών αντιδράσεων απέναντι στο στρατό.
Ένας πειστικός ρόλος του «ψυχικά διαταραγμένου» θεωρείται σίγουρο ότι θα πείσει τους στρατοκράτες να κρίνουν τους υποψήφιους φαντάρους ως μη αποδεκτούς. Ο βασικός παράγοντας της θετικής έκβασης– γι’αυτούς που στοχεύουν στο Ι5 – βρίσκεται στο γεγονός ότι οι ευαισθησίες που παρατηρούνται στους ανθρώπους των οποίων το ρόλο υποδύονται, προκαλεί το φόβο για μια σειρά ενδεχόμενων επικείμενων αυτοκτονιών και απειθαρχιών που θα διατάρασσαν το εσωτερικό του και θα αμαύρωναν την εικόνα του. Γιατί ο στρατός θέλει αλλά και χρειάζεται να κατοχυρώνει και να προβάλλει το μοντέλο του απόλυτα υγιούς και πειθαρχημένου δυναμικού του. Κι αυτή ακριβώς την εικόνα της φυσικής και σωματικής «ανωτερότητάς» του έρχονται να συντηρήσουν και οι άνθρωποι που επιλέγουν να αυτοχαρακτηρισθούν «ψυχασθενείς» για να τον αποφύγουν.
Η πλέον συνηθισμένη διαδικασία που ακολουθούν όσοι επιδιώκουν την πολυπόθητη αναβολή για Ι5, είναι να ενημερωθούν όσο το δυνατόν καλύτερα για τα βασικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των «ψυχασθενών» ώστε να μπορέσουν να υποδυθούν ικανοποιητικά το ρόλο τους όταν θα χρειαστεί. Με τον τρόπο αυτό νομιμοποιούν έμμεσα ένα ολόκληρο σύστημα αντιλήψεων της κατεστημένης ψυχιατρικής για την κατηγοριοποίηση των ανθρώπων σε ψυχικά υγιείς και μη, που η ίδια η εξουσία εξάλλου ορίζει και προωθεί.

Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί το μόνο σοβαρό σημείο κριτικής στην επιλογή του Ι5. Το να αρνείται κανείς τη στρατιωτική θητεία με τον τρόπο αυτό δε δηλώνει απαραίτητα και μια ουσιαστική αμφισβήτηση του θεσμού. Ακόμα όμως και όταν αυτό συμβαίνει χαρακτηρίζεται από την παθητικότητα της στάσης λόγω της συγκάλυψης της ουσίας της. Επιπλέον, αδυνατεί, εξ ορισμού, να ανοίξει μέτωπα συλλογικής σύγκρουσης και ρήξης λόγω της αμιγώς προσωποποιημένης φύσης της, που καθιστά αδύνατη και την κατάθεση προτάγματος.


  • Ολική Άρνηση Στράτευσης:
Η ολική άρνηση στράτευσης εμφανίστηκε στην ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του ΄80. Ο όρος ‘’ολική’’ χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται για να τη διαχωρίσει από άλλες μορφές άρνησης στράτευσης που αφορούν αμιγώς προσωπική λύση, θρησκευτική ιδεοληψία ή έναν αφομοιώσιμο εναλλακτικό αντιμιλιταρισμό.
Η πράξη της ολικής άρνησης στράτευσης ξεκινάει από μια προσωπική άρνηση σε ένα ατομικό κάλεσμα από το γενικό επιτελείο στρατού. Από κει και πέρα, τόσο το κάλεσμα όσο και η άρνηση σε αυτό, παύουν να αφορούν μια αποκλειστικά προσωπική υπόθεση, δεδομένου ότι εγγράφονται βάσει μιας συγκεκριμένης πολιτικότητας στο ολικό κοινωνικό γίγνεσθαι. Η συγκεκριμένη πολιτικότητα συνίσταται στο ότι η άρνηση βάλλει ενάντια στη δομή ενός κυριαρχικού θεσμού, με έναν τρόπο που στοχεύει στην κοινωνική ακύρωση τόσο του ρόλου του, όσο και της ιδεολογικής του μήτρας (του εθνοκρατισμού).
Η ολική άρνηση στράτευσης εκμαιεύει–και κυοφορείται από–μια συνολική αντίληψη για τη ζωή. Από μια θεώρηση και μια πρακτική που πραγματεύονται την ανυποταγή και επιβουλεύονται την (θεσμισμένη ή όχι) τυραννία σε κάθε πεδίο, σε όλο το φάσμα της καθημερινής ζωής. Από μια διαδικασία αγώνα, όπου ο καθένας πράττει για τον εαυτό του και παράλληλα συμπράττει με άλλους σε μια κατεύθυνση απελευθερωτική, εξισορροπώντας την αυτονομία με την συλλογικότητα, καθώς γίνεται κατανοητή η αλληλεπίδραση και η αλληλουχία μεταξύ ανθρώπων και αντικειμενικών κοινωνικών συνθηκών.
 Με αυτές τις σταθερές εκφρασμένες, η ολική άρνηση στράτευσης αντιπαρατάσσεται ως φυσική συνέπεια στον θεσμό – μηχανισμό του στρατού. Είναι βιωματική και συνειδητή, πολιτική και κοινωνική επιλογή. Πραγματώνει την άρνηση με μια σαφή αμεσότητα. Προσπαθεί να αξιοποιήσει το παρόν για να απαντήσει με επαναστατημένο (κι όχι επαναστατικό) τρόπο σε πραγματικές καταστάσεις, να παραγκωνίσει τις υποκριτικές θεωρίες της «ωρίμανσης» των συνθηκών και των ενδιάμεσων σταδίων, ανοίγοντας η ίδια μέτωπα ανατροπής. Συμβάλλει στο να γίνει απτή η ποιότητα ενός άλλου πολιτισμού που δεν μπορεί παρά να συγκρουστεί με τον ήδη υπάρχοντα.
Είναι δεδομένη η συνοχή και η λειτουργία του εξουσιαστικού πολιτισμού. Είναι δεδομένος ο τρόπος που ο κάθε θεσμός «κουβαλάει» από μόνος του το συνολικό πνεύμα του συστήματος, αλλά και ο τρόπος που καθιστά όλους τους θεσμούς απαραίτητους για την απρόσκοπτη συνέχεια της κατεστημένης νομικής, ηθικής και ιδεολογικής αλυσίδας. Είναι συστημική νομοτέλεια, κάθε φορά που ένας θεσμός δε λειτουργεί, να απλώνουν οι γειτονικοί του τα πλοκάμια τους για να καλύψουν το ανεπιθύμητο κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε.
Έτσι με το που αρνείται κάποιος τη στράτευσή του, αυτόματα αντιμετωπίζει το οικογενειακό του περιβάλλον (που θέτει σε λειτουργία φυσική και συναισθηματική καταστολή, επιθετικό αποκλεισμό και αποδιοπομπή), το εργασιακό κατεστημένο (με δεδομένο πια «προσόν» το απολυτήριο στρατού) και φυσικά όλα τα μέσα καταστολής: μπάτσους κάθε λογής, δικαστές, «σωφρονιστικά» ιδρύματα.
Με βάση αυτή τη συστημική διαδικασία, βλέπουμε λοιπόν ότι ακόμη κι αν η δήλωση ολικής άρνησης έγινε χωρίς σαφή συνείδηση της θεσμικής πολυπλοκότητας (κι εδώ εντοπίζεται ένα παράδοξο, το πώς μπορεί κάποιος να αντιπαλεύει την ιεραρχία, την υποταγή και την καταπίεση σε έναν μόνο θεσμό αποδεχόμενος όλους τους άλλους), η συνείδηση «αρθρώνεται» καθώς ξεδιπλώνονται και αποκαλύπτονται οι αντιδράσεις από μεριάς της κυριαρχίας.
Η καταστολή από τη μία και η αφομοίωση από την άλλη είναι οι πάγιες τακτικές του κράτους απέναντι στην έμπρακτη αμφισβήτηση, μιας και η κοινωνική εξάπλωση της τελευταίας, αποτελεί εν δυνάμει κίνδυνο για τις επιλογές του. Καθώς το κράτος είναι αυτό που πάντα ορίζει τα όρια της νομιμότητας, σχεδόν νομοτελειακά κάθε πρακτική συνεχούς δράσης έρχεται σε άμεση ρήξη με την έννομη τάξη.
Πάνω στο ζήτημα της καταστολής, λοιπόν, έχουν εστιαστεί και οι περισσότερες ενστάσεις αναφορικά με την ολική άρνηση στράτευσης. Και ενώ δεν νοείται αγώνας χωρίς προσωπικό κόστος και απώλειες, το ζήτημα αυτό είναι που φαίνεται να έχει εμποδίσει την όποια κοινωνική εξάπλωση του προτάγματος. Και αυτό, δυστυχώς, με έναν αυτονόητο τρόπο που δεν επιτρέπει να ανοίξει ένας ουσιαστικός διάλογος πάνω στο θέμα.
Σε κάθε πράξη αντίστασης, όμως, αυτό που παραμένει ουσιαστικό είναι πάντοτε το περιεχόμενο. Το ίδιο συμβαίνει και με την ολική άρνηση στράτευσης. Η δυναμική που φέρει η ίδια η πρακτική και τα ζητήματα που αυτή κοινωνικά θέτει δεν μπορούν να προσμετρούνται με την δυναμική της καταστολής. Άλλωστε η καταστολή έπεται πάντοτε (;) της πράξης. Το να προηγείται συνειδησιακά αποτρέποντας την, σημαίνει απαίδευτη αποδοχή των όρων υποταγής μας. Εν τέλει, το ζήτημα των συνεπειών του νόμου θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αφορά την εναντιωματική κίνηση της εξουσίας και όχι αυτούσιο κομμάτι της όποιας πρακτικής αντίστασης.
Ας μην ξεχνάμε πως είναι και η αλληλεγγύη στους αγώνες των ολικών αρνητών στράτευσης, τόσο παγκόσμια, όσο και στην ελλάδα, που λειτουργεί σαν έρισμα για την επιλογή μιας τέτοιας στάσης απέναντι στο στρατό. Αντί, επομένως, να αντιμετωπίζουμε εξατομικευμένα τόσο την στράτευση, όσο και την αντίσταση, θα πρέπει να εξετάσουμε με ποιόν τρόπο η αλληλεγγύη αναφορικά με την ολική άρνηση στράτευσης μπορεί να εμποδίσει την καταστολή της.
Η ολική άρνηση στράτευσης αντιτάσσεται συνολικά σε ζωτικά για το σύστημα καταπιεστικά συστατικά. Όπως κάθε ριζοσπαστική στάση, δε διαπραγματεύεται με τον θεσμό του στρατού, διεκδικώντας την ικανοποίηση επιμέρους αιτημάτων που θα άφηναν αναλλοίωτη την ουσία του. Αφοπλίζει, έτσι, τον θεσμό από τη δυνατότητα αφομοίωσής της προς όφελος των εκσυγχρονιστικών τάσεων της κυριαρχίας.*
Μέσα στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού του στρατού, εντάσσεται και η κατάργηση της υποχρεωτικής θητείας και η επαγγελματική στελέχωσή του. Μακροπρόθεσμο και ίσως απατηλό σχέδιο για τα ελληνικά δεδομένα, τόσο γιατί υπάρχουν αντιδράσεις από την πλευρά της στρατιωτικής ηγεσίας, όσο και γιατί οι ίδιες οι επιλογές του ελληνικού κράτους χρησιμοποιούν ανελλιπώς την πολιτική της έντασης και της εξωτερικής απειλής (ελληνοτουρκικό, «μακεδονικό»,…). Ακόμη όμως και το ενδεχόμενο της δημιουργίας μισθοφορικού στρατού, δεν μπορεί να αλλάξει την στάση απέναντί του. Όπως τα δεδομένα αλλάζουν, αλλάζει και ο τρόπος αντιμετώπισής τους. Η ολική άρνηση στράτευσης, σε μια τέτοια περίπτωση, προφανώς θα χάσει την άμεση αναφορά της στην θητεία. Ωστόσο η φιλοσοφία της ρήξης που εκφράζει, θα οπλίσει τους νέους τρόπους αντίστασης που θα χρειαστεί να αναζητήσουμε ενάντια στο στρατό.
* Ο εκσυγχρονισμός κυοφορείται στους κόλπους κάθε θεσμού, καθώς αποτελεί την τάση της υπάρχουσας εξουσιαστικής δομής να αναπαράγεται και να προσαρμόζεται στις καινούριες συνθήκες, κάνοντας τον ίδιο το θεσμό πιο αποτελεσματικό. Συνήθης τακτική του είναι να αφομοιώνει τις διαφορετικές τάσεις, μέσα από μια σειρά συναινετικών διαδικασιών αποδυνάμωσης των συγκρουσιακών σχέσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου